Η έκρηξη ζήτησης για μνήμη στα AI data centers φέρνει ανατιμήσεις σε smartphones, laptops και TVs το 2026.
Εντείνεται η πίεση που δέχεται η εφοδιαστική αλυσίδα στις ηλεκτρονικές συσκευές, φέρνοντας με τη σειρά της σημαντικές ανατιμήσεις στις τιμές των προϊόντων. Η ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης σε κυκλώματα μνήμης για τις ανάγκες παραγωγής των καταναλωτικών ηλεκτρονικών προϊόντων, λόγω των τεράστιων αναγκών των AI data centers, ρίχνει ήδη τη σκιά της και στην ελληνική αγορά, προκαλώντας όχι μόνο αυξήσεις τιμών, αλλά και προβλήματα διαθεσιμότητας. Φαινόμενα που αναμένεται να ενταθούν από το δεύτερο τρίμηνο του 2026 και έπειτα, καθώς θα εντάσσονται στην αγορά όλο και περισσότερο τα καινούργια μοντέλα στις διάφορες προϊοντικές κατηγορίες.
Τεχνητή νοημοσύνη… αλλά και πρώτες ύλες
Η εκρηκτική ανάπτυξη κέντρων δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης έχει εκτοξεύσει τη ζήτηση για κυκλώματα μνήμης. Οι μεγαλύτερες -από τις αρχικά αναμενόμενες- ανάγκες των data centers για τη λειτουργία μοντέλων AI έχουν οδηγήσει σε ραγδαία αύξηση της ζήτησης για εξελιγμένα κυκλώματα υψηλής ταχύτητας. Είναι τέτοια η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ στα κέντρα δεδομένων AI που εξαντλεί τα αποθέματα chip για τις καταναλωτικές συσκευές.

Χαρακτηριστικά, από τις αρχές της χρονιάς, κατασκευαστές όπως η Samsung και η SK Hynix που ελέγχουν πάνω από το 70% της αγοράς των DRAM μνημών έχουν κάνει γνωστό ότι οι παραγγελίες για το 2026 υπερβαίνουν την παραγωγική τους ικανότητα. Ενδεικτικά, οι δείκτες τιμών των DRAM είχαν αυξηθεί κατά 50-100% από τα τέλη του 2025 και αναμένεται περαιτέρω αύξηση έως και το 2027.
Αυτή η προτεραιότητα στις γραμμές παραγωγής μεταφράζεται σε ελλείψεις και ανατιμήσεις για τα καταναλωτικά ηλεκτρονικά, καθώς οι κατασκευαστές δεν μπορούν να απορροφήσουν τα κόστη μόνοι τους. Στο ντόμινο των αυξήσεων των καταναλωτικών προϊόντων συμβάλλουν με τη σειρά τους και άλλοι παράγοντες όπως η αύξηση των τιμών στις πρώτες ύλες σε ποσοστά έως και 20% μέχρι τον Ιανουάριο. Ενδεικτικά, οι τιμές του χαλκού έφθασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα τον Ιανουάριο, στα 14.500 δολάρια ο τόνος, πριν υποχωρήσουν στα επίπεδα των 13.000 δολαρίων το Φεβρουάριο. Επιβαρυντικά σε όλα τα παραπάνω λειτουργεί και το «παιχνίδι των δασμών» των τελευταίων μηνών.
Επίπεδα αύξησης και τάσεις της αγοράς
Ενδεικτικά οι εκτιμώμενες αυξήσεις τιμών σε διάφορες προϊοντικές κατηγορίες σε διεθνές επίπεδο έχουν ως εξής:
| Προϊόντα | Εκτιμώμενη μεταβολή τιμής | Βασική αιτία |
| Smartphones | 8-15% | Έλλειψη κυκλωμάτων μνήμης |
| Laptops/PCs | 15-30% | Αύξηση τιμών DRAM/NAND |
| TVs/Wearables | 5-20% | Προτεραιότητα των γραμμών παραγωγής σε premium chips |
| Άλλες συσκευές | Έως 10% | Αύξηση τιμών πρώτων υλών |
Από τη γενική εικόνα σε διεθνές επίπεδο δεν γίνεται να εξαιρεθεί η ελληνική αγορά, όπου ήδη έχουμε δει τα πρώτα δείγματα από τις πιέσεις στην εφοδιαστική αλυσίδα, που σε κάποιους θυμίζει την περίοδο της πανδημίας. «Ναι μοιάζει, αλλά στην παρούσα φάση υπάρχει απόθεμα προϊόντων» μας ανέφερε στέλεχος της αγοράς.
Όμως οι αυξήσεις σε κάποια προϊόντα είναι ήδη ορατές. Το βλέπουμε ήδη στα πρώτα λανσαρίσματα στη χώρα μας. Ενδεικτικά, στη νέα σειρά Galaxy S26 της Samsung οι τιμές ανά μοντέλο είναι έως και 13% αυξημένες σε σύγκριση με την προηγούμενη γενιά. Γεγονός που δείχνει ότι ακόμα και εταιρείες που σε επίπεδο ομίλου ελέγχουν το σύνολο της εφοδιαστικής αλυσίδας (επεξεργαστές, μνήμες, οθόνες κλπ.) δεν ξεφεύγουν από τον κανόνα των αυξήσεων. Η πίεση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη σε κατασκευαστές που εξαρτώνται από εξωτερικούς προμηθευτές υλικού και αποτελούν την πλειονότητα των μαρκών που κυκλοφορούν στην αγορά.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές, όπου μάλιστα το ύψος των ανατιμήσεων εκτιμάται ότι θα είναι μεγαλύτερο. Όπως σημείωναν στελέχη της αγοράς πληροφορικής για το πρώτο τρίμηνο φαίνεται να υπάρχει επαρκές stock συσκευών που δεν έχει επηρεαστεί τόσο από τις αυξήσεις τιμών. Κάτι όμως που αναμένεται να αλλάξει από το δεύτερο τρίμηνο και έπειτα, όπου η πίεση σε διαθεσιμότητα θα είναι εντονότερη. Χαρακτηριστικά, μόλις πριν λίγες ημέρες έγινε γνωστό ότι η Lenovo είχε ενημερώσει από τις αρχές Φεβρουαρίου τους συνεργάτες της για επικείμενες, νέες αυξήσεις τιμών στα προϊόντα της, ενθαρρύνοντάς τους να προχωρήσουν σε παραγγελίες πριν την εφαρμογή τους.
Για τους καταναλωτές που θέλουν να προμηθευτούν μεμονωμένα ένα SSD δίσκο ή μια κάρτα μνήμης για τον υπολογιστή τους το ποσό που θα πρέπει να δαπανήσουν είναι από 30% (low-end ή παλαιότερα μοντέλα SSD) έως 100% μεγαλύτερο σε σύγκριση με ένα χρόνο πριν. Είναι χαρακτηριστικό ότι αρκετοί κατασκευαστές έχουν αλλάξει εμπορική πολιτική ως προς την αντικατάσταση ελαττωματικών προϊόντων που είναι σε εγγύηση. Στελέχη της αγοράς μας ανέφεραν ότι τώρα πλέον προτιμάται περισσότερο η επιλογή της επιστροφής χρημάτων (του ποσού που είχε δώσει ο καταναλωτής κατά την αγορά του) και όχι της αντικατάστασης. Είτε λόγω των προβλημάτων διαθεσιμότητας είτε λόγω της αύξησης του κόστους αυτών των προϊόντων.
Επιπτώσεις και στον κλάδο του αυτοκινήτου
Όμως, οι πιέσεις που περιγράφουμε παραπάνω δεν περιορίζονται μόνο στα «κλασικά» καταναλωτικά ηλεκτρονικά, αλλά αρχίζουν να γίνονται αισθητές και στην αυτοκινητοβιομηχανία, θυμίζοντας και εδώ την περίοδο της πανδημίας. Τα σύγχρονα οχήματα βασίζονται ολοένα και περισσότερο σε DRAM μνήμη και αποθηκευτικό χώρο παρόμοιο με αυτόν ενός υπολογιστή. Δεν είναι τυχαίο ότι αναλύσεις της S&P Global Mobility εκτιμούν αύξηση 70–100% στις τιμές DRAM για νέα συμβόλαια αυτοκινήτου μέσα στο 2026, με το κόστος μνήμης σε ένα premium όχημα να ξεπερνά ήδη τα 150 δολάρια.
Την ίδια εικόνα μεταφέρουν και οι ίδιες οι αυτοκινητοβιομηχανίες: η GM έχει προειδοποιήσει ότι η άνοδος στις τιμές DRAM, σε συνδυασμό με ακριβότερα μέταλλα όπως χαλκός και αλουμίνιο, θα αυξήσει το κόστος της κατά 1–1,5 δισ. δολάρια μέσα στο 2026, ενώ η Ford κάνει λόγο για περίπου 1 δισ. δολάρια πρόσθετες επιβαρύνσεις από μνήμες και πρώτες ύλες, τις οποίες προσπαθεί να αντισταθμίσει με περικοπές σε άλλα κόστη. Παράλληλα, αναλυτές της UBS προειδοποιούν ότι οι αυξήσεις στις τιμές μνήμης μπορεί να οδηγήσουν από το δεύτερο τρίμηνο του έτους σε νέες πιέσεις στην παραγωγή και στην τιμολόγηση των αυτοκινήτων, αν οι κατασκευαστές δεν κλειδώσουν έγκαιρα συμβόλαια προμήθειας.
Πότε θα δούμε φως στο τούνελ;
Οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι η κατάσταση δεν θα ομαλοποιηθεί άμεσα. Το 2026 αναμένεται να παραμείνει χρονιά «ακριβής μνήμης», με τη ζήτηση από τα AI data centers να κρατά την αγορά σε καθεστώς στενότητας. Οι προβλέψεις για τις DRAM μνήμες κάνουν λόγο για κορύφωση τιμών μέσα στο πρώτο τρίμηνο και μια πρώτη, περιορισμένη ανάσα από το δεύτερο μισό του έτους, αλλά ουσιαστική επιστροφή σε πιο προβλέψιμες, προ-κρίσης τάσεις τιμολόγησης όχι νωρίτερα από το 2027. Αντίστοιχα, για τις μνήμες NAND και τα SSD, η αγορά εκτιμάται ότι θα παραμείνει «στεγνή» σχεδόν σε όλο το 2026, με πιο αισθητές διορθώσεις τιμών να μεταφέρονται επίσης προς το 2027 και αργότερα, όταν θα αρχίσει να αποτυπώνεται στην πράξη η νέα παραγωγική ικανότητα που σήμερα βρίσκεται ακόμη υπό κατασκευή.

Ένα θολό τοπίο το οποίο αναγνωρίζουν και οι ίδιοι οι κατασκευαστές, από τους οποίους βλέπουμε κάποιες προσπάθειες αναχαίτισης της πίεσης. Ενδεικτικά, στις αρχές της χρονιάς η Oppo ενσωμάτωσε εκ νέου τη realme, σε μια κίνηση που έχει ως στόχο και να ενισχύσει την εφοδιαστική της αλυσίδα, δημιουργώντας ένα μεγαλύτερο, ενιαίο παίκτη (Oppo, OnePlus, realme) που θα διαπραγματεύεται με καλύτερους όρους τα συμβόλαιά του. Κάτι ανάλογο είδαμε και στην αυτοκινητοβιομηχανία, επίσης τον Ιανουάριο, με τη συμμαχία ιαπωνικών εταιρειών, με επικεφαλής την Toyota και τη Honda και περίπου 20 κατασκευαστών chip. Μία κίνηση που έχει ως στόχο να θωρακιστεί η εφοδιαστική αλυσίδα ημιαγωγών απέναντι σε μελλοντικές ελλείψεις και γεωπολιτικούς κινδύνους.
Πάντως ορισμένοι δεν αποκλείουν ένα ακόμα πιο ριζοσπαστικό σενάριο εκτόνωσης της κρίσης που θα προέλθει είτε από τον καταναλωτή είτε από τις επιχειρήσεις. Στην πρώτη περίπτωση, ο καταναλωτής βραχυπρόθεσμα δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στην αύξηση των τιμών μειώνοντας τις αγορές του, με αποτέλεσμα την επιβράδυνση της ζήτησης στο λιανεμπόριο και άρα τη σταδιακή αποσυμφόρηση των γραμμών παραγωγής. Στη δεύτερη περίπτωση, οι ίδιες οι επιχειρήσεις θα επιβραδύνουν τις επενδύσεις στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης λόγω υπερβολικά αυξημένου κόστους, εξέλιξη που θα αρχίσει να διαμορφώνει μια νέα ισορροπία στην αγορά.


