Δυσοίωνη είναι η εικόνα των επιδόσεων των Ελλήνων μαθητών στο Πρόγραμμα Διεθνούς Αξιολόγησης Μαθητών (PISA) του ΟΟΣΑ από το 2006 έως το 2025.

Μια διαχρονική καθοδική πορεία των επιδόσεων αναδεικνύουν τα αποτελέσματα του διαγωνισμού PISA στη διάρκεια των τελευταίων 20 ετών. Οι απώλειες στην αξιολόγηση των Ελλήνων μαθητών είναι τέτοιες που -σύμφωνα με τη μεθοδολογία που ακολουθεί ο διεθνής διαγωνισμός του ΟΟΣΑ- έχουν χαθεί δύο σχολικές χρονιές στο χρονικό διάστημα 2006 – 2025. Μια ανησυχητική πραγματικότητα, αφού από τις μετρήσεις του 2006 μέχρι τις πλέον πρόσφατες παρατηρείται μια συστηματική και διαρκής υποχώρηση των μαθησιακών αποτελεσμάτων.

Στις (περίπου) 40 μονάδες οι απώλειες στις τρεις βασικές κατηγορίες

Η μεθοδολογία αξιολόγησης που ακολουθεί ο διαγωνισμός PISA αναφέρει μεταξύ άλλων ότι «20 μονάδες αντιστοιχούν περίπου στην ποσότητα μάθησης που αποκτούν συνήθως οι 15χρονοι σε ένα σχολικό έτος στις χώρες του ΟΟΣΑ. Επομένως, εάν η βαθμολογία μιας χώρας πέσει κατά 20 μονάδες μεταξύ δύο αξιολογήσεων PISA, είναι σαν οι μαθητές να αποδίδουν στο επίπεδο που αναμενόταν από τους 14χρονους στον προηγούμενο κύκλο».

Εξετάζοντας τα αποτελέσματα της αξιολόγησης των Ελλήνων μαθητών στο διάστημα 2006-2025 στις τρεις βασικές κατηγορίες παρατηρούμε ότι:

  • Στον τομέα της επιστήμης οι απώλειες είναι 39 μονάδες. Από 473 μονάδες το 2006 η Ελλάδα έχει υποχωρήσει στις 434 το 2025.
  • Στον τομέα της κατανόησης κειμένου οι απώλειες είναι 37 μονάδες. Από τις 460 στις 423.
  • Στον τομέα των μαθηματικών οι απώλειες είναι 35 μονάδες. Από τις 459 στις 424.

Μία διολίσθηση των επιδόσεων σε πολύ υψηλά επίπεδα και σαφώς μεγαλύτερη από την υποχώρηση που παρατηρείται και στο μέσο όρο 23 χωρών που δίνει ως μέτρο σύγκρισης η επίσημη σελίδα του διαγωνισμού.

Αρνητικές είναι οι τάσεις για τις επιδόσεις της Ελλάδας και στις επιμέρους κατηγορίες που αξιολογούνται. Ειδικότερα, τα συγκριτικά στοιχεία που δίνει ο διαγωνισμός PISA φανερώνουν μια «κρίση» όχι μόνο στη βάση των μαθητών, αλλά και την πλήρη συρρίκνωση των υψηλών επιδόσεων. Συγκεκριμένα:  

  • Μεταξύ 2015-2025, το ποσοστό όσων είχαν κορυφαίες επιδόσεις στην επιστήμη έχει υποχωρήσει από το 2,1% στο 1,4% (αρνητική μεταβολή 33%). Την ίδια στιγμή ο μέσος όρος των χωρών στο ΟΟΣΑ παραμένει περίπου σταθερός.
  • Στο ίδιο χρονικό διάστημα, το ποσοστό κορυφαίων επιδόσεων στην κατανόηση κειμένου έχει πέσει στο 1,2%, από 4% το 2015 (αρνητική μεταβολή άνω του 75%). Υποχώρηση συναντάμε και στο μέσο όρο, αλλά όχι σε αυτά τα επίπεδα.
  • Μεταξύ 2015-2025, το ποσοστό όσων είχαν κορυφαίες επιδόσεις στα μαθηματικά έχει υποχωρήσει από το 3,9% στο 2,1% (αρνητική μεταβολή στα επίπεδα του 40%). Σημαντική είναι η υποχώρηση και στο μέσο όρο, αλλά και πάλι όχι σε αυτά τα επίπεδα.

Απολύτως φυσιολογικά το ποσοστό των χαμηλών επιδόσεων αυξάνεται στο ίδιο χρονικό διάστημα. Άνω των 8 μονάδων στην επιστήμη, άνω των 16 μονάδων στο κείμενο και σχεδόν 14 μονάδες στα μαθηματικά.

Καλύτερα τα κορίτσια από τα αγόρια – Χάσμα μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων μαθητών

 Ενδιαφέρον έχουν και τα στοιχεία για τα επιμέρους αποτελέσματα των αξιολογήσεων μεταξύ των φύλων. Όπως προκύπτει από τα συγκριτικά στοιχεία για το 2025, τα κορίτσια έχουν κατά κανόνα καλύτερες επιδόσεις από τα αγόρια, τα οποία προηγούνται μόνο στα μαθηματικά (με 427 μονάδες, έναντι 421). Στην επιστήμη και κυρίως στην κατανόηση κειμένου η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική: υπεροχή 12 μονάδων των κοριτσιών στην πρώτη κατηγορία και 46 μονάδων στη δεύτερη. Μάλιστα, αυτή η υπεροχή των κοριτσιών είναι διαχρονική από το 2015 μέχρι το 2025.

Ακόμα πιο μεγάλες είναι οι διαφορές που παρατηρούνται στις αξιολογήσεις μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων μαθητών, καθώς οι δεύτεροι υπολείπονται κατά πολλές δεκάδες μονάδες και στις τρεις κατηγορίες:

  • Μείον 76 μονάδες στην επιστήμη
  • Μείον 73 μονάδες στο κείμενο
  • Μείον 77 στα μαθηματικά

Οι διαφορές μένουν σχεδόν ίδιες σε όλη τη δεκαετία 2015 – 2025.

Η ακτινογραφία της υστέρησης

Τι κρύβεται όμως πίσω από τους αριθμούς των αξιολογήσεων; Η έκθεση του ΟΟΣΑ μας δίνει αρκετή τροφή για σκέψη, φέρνοντας στην επιφάνεια αρκετούς παράγοντες που συνδέονται με τη χαμηλή επίδοση των Ελλήνων μαθητών. Από το πειθαρχικό κλίμα στις αίθουσες μέχρι την έλλειψη πόρων και από τη μικρότερη γονεϊκή εμπλοκή μέχρι την απόσπαση προσοχής λόγω της ψηφιακής τεχνολογίας, οι λόγοι που δίνει ο ΟΟΣΑ σχετίζονται όχι μόνο αυστηρά με το εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά με το περιβάλλον συνολικά στο οποίο οι Έλληνες μαθητές καλλιεργούν τις μαθησιακές τους ικανότητες. Ειδικότερα:

  • Πειθαρχικό κλίμα που επιδεινώνεται. Ένας από τους πιο εντυπωσιακούς δείκτες αφορά το κλίμα μέσα στην τάξη. Το 37% των Ελλήνων μαθητών δηλώνει ότι δεν μπορεί να δουλέψει αποτελεσματικά στα περισσότερα ή σε όλα τα μαθήματα, έναντι μόλις 19% κατά μέσο όρο στον ΟΟΣΑ. Σχεδόν οι μισοί (46%) αναφέρουν θόρυβο και αταξία που διαταράσσει σχεδόν κάθε μάθημα επιστημών, ενώ το 45% λέει ότι οι συμμαθητές τους δεν ακούν τον καθηγητή. Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το εύρημα ότι ενώ σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ το πειθαρχικό κλίμα στις αίθουσες βελτιώθηκε μεταξύ 2015 – 2025, στην Ελλάδα επιδεινώθηκε.
  • Μαθητές χωρίς υποστήριξη. Τάσεις υποχώρησης εμφανίζει και η αίσθηση υποστήριξης που νιώθουν οι μαθητές από τους εκπαιδευτικούς. Μόλις το 49% αναφέρει ότι ο καθηγητής δείχνει ενδιαφέρον για την πρόοδο κάθε μαθητή (ΟΟΣΑ: 69%), και το 53% ότι ο εκπαιδευτικός επιμένει μέχρι να κατανοήσουν όλοι το μάθημα (ΟΟΣΑ: 66%). Το 2015 τα αντίστοιχα ποσοστά ήταν σαφώς υψηλότερα (63%, 67%), αριθμοί που δείχνει μια σταδιακή αποδυνάμωση της σχέσης εκπαιδευτικού–μαθητή μέσα στην τάξη.
  • Ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές. Οι διευθυντές σχολείων δίνουν επίσης μια ξεκάθαρη εικόνα υποστελέχωσης. Το 46% των μαθητών φοιτά σε σχολεία όπου η διδασκαλία εμποδίζεται από έλλειψη διδακτικού προσωπικού (ΟΟΣΑ: 39%), ενώ σχεδόν 8 στους 10 μαθητές (78%) βρίσκονται σε σχολεία με έλλειψη βοηθητικού προσωπικού (ποσοστό διπλάσιο του ΜΟ του ΟΟΣΑ). Σε αυτό προστίθενται ελλείψεις σε εκπαιδευτικό υλικό (39%) και υποδομές, όπως κτίρια, θέρμανση ή φωτισμό (47%).
  • Πολλές απουσίες. Οι απουσίες μαθητών και οι καθυστερήσεις τους είναι ένα έντονο φαινόμενο στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Ειδικότερα, το 31% των μαθητών παραδέχεται ότι απουσίασε τουλάχιστον μία ολόκληρη ημέρα τις δύο εβδομάδες πριν από το τεστ (ΟΟΣΑ: 22%), το 49% ότι έκανε «κοπάνα» τουλάχιστον ένα μάθημα (ΟΟΣΑ: 24%), και το 62% ότι έφτασε καθυστερημένα στο σχολείο (ΟΟΣΑ: 50%).
  • Μεγάλη η ψηφιακή απόσπαση προσοχής. Ένας στους τρεις μαθητές αναφέρει ότι οι συμμαθητές τους αποσπώνται συχνά από ψηφιακές συσκευές στο μάθημα επιστημών. Όμως το πρόβλημα εδώ ίσως δεν είναι η ποσότητα της απόσπασης, αλλά η έντασή της με την οποία πλήττει τη μάθηση, καθώς όσοι αναφέρουν τέτοια απόσπαση προσοχής έχουν επίδοση κατά 30 μονάδες χαμηλότερη από όσους δεν αποσπώνται. Στο ΜΟ του ΟΟΣΑ η διαφορά είναι μόλις 11 μονάδες.
  • Μικρότερη γονεϊκή εμπλοκή. Μεταξύ των δύο τελευταίων διαγωνισμών (2022 και 2025), το ποσοστό μαθητών που λένε ότι οι γονείς τους ρωτούν τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα τι έκαναν στο σχολείο έπεσε από 77% σε 71%, ενώ όσοι συζητούν τακτικά προβλήματα με τους γονείς τους μειώθηκαν από 61% σε 54%.
  • Μειωμένη περιέργεια και επιμονή των μαθητών. Μειωμένο εμφανίζεται και το κίνητρο των μαθητών, καθώς μεταξύ 2022 και 2025, το ποσοστό όσων δηλώνουν περίεργοι για διάφορα θέματα μειώθηκε κατά 11,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ η επιμονή σε δύσκολες εργασίες έπεσε κατά 5 μονάδες. Για την έκθεση του ΟΟΣΑ η μείωση σε αυτούς του δείκτες συνδέεται άμεσα και με τις χαμηλότερες επιδόσεις στις επιστήμες.
  • Κοινωνικοοικονομική ανισότητα. Ενώ σε πολλές χώρες του ΟΟΣΑ το χάσμα επίδοσης μεταξύ προνομιούχων και μη προνομιούχων μαθητών στένεψε την τελευταία δεκαετία, στην Ελλάδα παρέμεινε σταθερό, όπως είδαμε και λίγο πιο πάνω στο κείμενο.  

Καμπανάκι που δεν πρέπει να αγνοήσουμε

Η διαχρονική καθοδική πορεία των μαθητικών επιδόσεων δείχνει ότι έχουμε μπροστά μας μια διαρθρωτική τάση και όχι ένα μεμονωμένο «κακό έτος» για την εκπαίδευση. Όταν οι επιδόσεις ενός μαθητικού πληθυσμού υποχωρούν σταθερά επί δύο δεκαετίες, το έλλειμμα αυτό δεν αποτιμάται απλώς σε βαθμολογικές μονάδες, αλλά μεταφράζεται σε πραγματικό «χρόνο μάθησης». Ένα καμπανάκι για το οποίο δεν μπορούμε να παραμένουμε αδρανείς.