Aπό τα σχέδια επί χάρτου στην υλοποίηση.
Πόσο χρόνο χρειάζεται για να γίνει μια ιδέα πραγματικότητα στην Ευρώπη; Η σωστή απάντηση είναι «εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Στην περίπτωση του ψηφιακού ευρώ προσδοκούμε να το έχουμε στη διάθεσή μας το 2029, οκτώ χρόνια μετά τις πρώτες σχετικές συζητήσεις αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή.
Το 2021 ήταν μια περίεργη χρονιά, καθώς η Ευρώπη προσπαθούσε να συνέλθει από το σοκ της πανδημίας του κορωνοϊού. Στη Φρανκφούρτη, στον γυάλινο πύργο που αποτελεί την έδρα της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) δεν κυκλοφορούσαν και πολλοί άνθρωποι, λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις και τη -βολική για πολλούς εργαζόμενους- λύση της τηλεργασίας. Ως εκ τούτου, δεν ήταν εύκολες οι ζυμώσεις, οι συζητήσεις που διεξάγονται στους διαδρόμους, αλλά φαίνεται ότι υπήρχαν αρκετές διαβουλεύσεις σε διαδικτυακές συναντήσεις.
Τον Ιούλιο του 2021, λοιπόν, το διοικητικό συμβούλιο της ΕΚΤ το οποίο απαρτίζεται από τους κεντρικούς τραπεζίτες των χωρών της ευρωζώνης, αποφάσισε να ξεκινήσει μια διερεύνηση. Ορίστηκαν ομάδες εργασίας, ορίστηκαν επικεφαλής και οι συζητήσεις πήραν μια πιο επίσημη, θα λέγαμε, μορφή. Σχεδόν ένα εξάμηνο μετά, στις αρχές του 2022 εξετάστηκαν τα σενάρια χρήσης του ψηφιακού ευρώ, με άλλα λόγια, οι ομάδες εργασίας σκέφτηκαν πού και υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί η ψηφιακή εκδοχή του ευρώ.
Αυτή η συζήτηση και η ταξινόμηση των σεναρίων χρήσης οδήγησε στο επόμενο βήμα που μας έφτασε στις αρχές του καλοκαιριού του 2022: Πώς θα διασφαλίζεται η ιδιωτικότητα; Σήμερα, το πιο φιλικό στην ανωνυμία μέσο πληρωμής είναι τα μετρητά. Μόνο οι συναλλασσόμενοι, άντε και κανένας περαστικός, γνωρίζουν για τη συναλλαγή και ο στόχος ήταν το ίδιο να συμβεί για το ψηφιακό ευρώ. Αυτό, εύκολα το λες, δύσκολα το κάνεις και αρκετά πιο δύσκολα το λες στους υπόλοιπους κατορθώνοντας να τους πείσεις.
Η δύσκολη άσκηση του ψηφιακού ευρώ μπήκε στα πιο βαθιά νερά στους μήνες που ακολούθησαν. Το δεύτερο μισό του 2022 οι ομάδες εργασίας εστίασαν στο μοντέλο διανομής, πώς, δηλαδή, θα φτάσει το ψηφιακό ευρώ στους πολίτες και τις επιχειρήσεις ώστε να το χρησιμοποιήσουν. Εξετάστηκαν επίσης επιπλέον σοβαρά θέματα όπως πώς θα γίνεται η εκκαθάριση της συναλλαγής, ποιος θα είναι ο ρόλος των ενδιάμεσων και -κάτι πολύ κρίσιμο- πόσα ψηφιακά ευρώ θα ήταν σε κυκλοφορία.

Θα πείτε τώρα ότι αυτό μοιάζει με απλό ερώτημα. Δεν είναι. Το ψηφιακό ευρώ είναι μεν ισοδύναμο του φυσικού ευρώ αλλά δεν μπορείς να έχεις μια αξία χρημάτων ταυτόχρονα στις δύο μορφές. Σε ένα κλασικό σενάριο χρήσης, ο εργαζόμενος λαμβάνει τον μισθό του και επιλέγει να μετατρέψει ένα μέρος των χρημάτων του σε ψηφιακά ευρώ. Αυτές οι «μονάδες» θα μεταφερθούν σε ένα (προφανώς ψηφιακό) πορτοφόλι μέσω του οποίου θα γίνονται οι συναλλαγές. Όμως κάθε ευρώ που φεύγει από τον τραπεζικό λογαριασμό για να ψηφιοποιηθεί δεν είναι διαθέσιμο στην τράπεζα για επενδύσεις. Επίσης, αν όλοι οι καταθέτες μετατρέψουν το σύνολο των χρημάτων τους σε ψηφιακά, θα έχουμε μια περίπτωση bank run, δηλαδή μαζικής φυγής κεφαλαίων από την τράπεζα. Καμία τράπεζα δεν το θέλει αυτό διότι, πολύ απλά, θα οδηγηθεί σε κατάρρευση και οι καταρρεύσεις τραπεζών είναι κάτι που δεν αρέσει στις κεντρικές τράπεζες, είτε πρόκειται για τις εθνικές είτε για την ΕΚΤ.
Έπρεπε λοιπόν να βρεθεί μια χρυσή τομή σε συνεργασία (ή παζάρεμα) με τις εμπορικές τράπεζες. Φυσικά στη συζήτηση μπήκε και το πολιτικό σύστημα, τα αντανακλαστικά του οποίου ερεθίστηκαν και μόνο στη σκέψη μιας ενδεχόμενης αποσταθεροποίησης των τραπεζών.
Στο πρώτο μισό του 2023 το νερό είχε αρχίσει να μπαίνει στο αυλάκι, καθώς είχαν εξεταστεί σημαντικές παράμετροι, οι μηχανισμοί ολοκλήρωσης των συναλλαγών και μια σειρά από επιπλέον τεχνικά θέματα.
Αισίως, φτάσαμε στον Ιούνιο του 2023 όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε ένα πακέτο για το ψηφιακό ευρώ. Ουσιαστικά μιλάμε για ένα νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με το ίδιο το ψηφιακό ευρώ και μια νομοθετική πρόταση που διασφάλιζε τον ρόλο των μετρητών. Το τελευταίο κρίθηκε απαραίτητο, καθώς η πλειονότητα των Ευρωπαίων προτιμά τα μετρητά (στη δε Γερμανία υπάρχει η φράση «τα μετρητά είναι ο βασιλιάς») και πολλοί πολίτες δεν είδαν με πολύ καλό μάτι την ιδέα της ψηφιοποίησης εκτιμώντας ότι από πίσω βρίσκεται το αδιάκριτο μάτι του Μεγάλου Αδελφού.
Είχαν περάσει, στο μεταξύ, δύο χρόνια προπαρασκευαστικών διαδικασιών και τον Οκτώβριο του 2023 η ΕΚΤ αποφάσισε να περάσει στη φάση της προετοιμασίας. Πρόκειται για μια διαδικασία που ολοκληρώθηκε το 2025, αφού δηλαδή είχαν περάσει άλλα δύο χρόνια. Στο μεταξύ, τον Φεβρουάριο του 2024 στο παιχνίδι της προετοιμασίας μπήκε και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το οποίο μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (το οποίο δεν πρέπει να το μπερδεύετε με το Συμβούλιο της Ευρώπης) συνδιαμορφώνει το νομοθετικό πλαίσιο στην Ε.Ε. Ο αρχικός εισηγητής παραιτήθηκε και στη θέση του ορίστηκε ο ευρωβουλευτής Φερνάντο Ναβαρέτε, ο οποίος είχε μια στάση απέναντι στο ψηφιακό ευρώ που άλλοι θα χαρακτήριζαν ισορροπημένη και άλλοι αμφιταλαντευόμενη.
Όχι ότι οι σκέψεις που διατύπωνε στερούντο επιχειρηματολογίας – κάθε άλλο. Για παράδειγμα ο Ναβαρέτε εξέφραζε αμφιβολίες για το κατά πόσο οι πολίτες θα ήθελαν ένα ψηφιακό ευρώ. Εκτιμούσε επίσης ότι ένα σύστημα που θα το διαχειρίζεται η ΕΚΤ θα έφερνε την κεντρική τράπεζα της ευρωζώνης σε απευθείας ανταγωνισμό με τις εμπορικές τράπεζες. Ήταν και αυτός της άποψης ότι το ψηφιακό ευρώ δεν πρέπει επ’ ουδενί να αντικαταστήσει πλήρως τα μετρητά, αλλά από την άλλη πλευρά αναγνώρισε την πολιτική διάσταση. Μην ξεχνάτε ότι βρισκόμαστε, πια, στον αστερισμό Τραμπ και η επιστροφή του δόγματος του προστατευτισμού στις ΗΠΑ έκανε πολλούς στην Ευρώπη να μετρούν χαμένες ευκαιρίες ανεξαρτητοποίησης.
Αν, έστω και την 11η ώρα, η Ευρώπη αποκτήσει έναν μηχανισμό που θα της επιτρέψει να ανεξαρτητοποιηθεί από τα συστήματα πληρωμών στα οποία σήμερα κυριαρχούν οι αμερικανικές Visa, MasterCard, Apple, Google, θα έχει γίνει ένα σημαντικό βήμα.
Ο Ναβαρέτε και άλλοι σκεπτικιστές έβαλαν αρκετό νερό στο κρασί τους και φτάσαμε πριν από μερικές εβδομάδες σε μια ψηφοφορία στην ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που ενέκρινε τη διαπραγματευτική θέση του Σώματος και άνοιξε τον δρόμο για τον τελικό γύρο συζητήσεων με τους συνδιαμορφωτές του νομοθετικού πλαισίου της Ε.Ε.

Αν όλα πάνε καλά, μέχρι το τέλος του 2026 η μπάλα θα έχει πια φύγει από τους πολιτικούς και θα έχει επιστρέψει στο γήπεδο της ΕΚΤ ώστε στο δεύτερο εξάμηνο του 2027 να ξεκινήσει ένα ευρύ πιλοτικό πρόγραμμα με τη συμμετοχή 36 παρόχων πληρωμής της ευρωζώνης και επιλεγμένους εμπόρους.
Ουσιαστικά θα πρόκειται για μια πρόβα τζενεράλε, η οποία εκτιμάται ότι θα κρατήσει γύρω στους 12 μήνες, πράγμα που θα μας φέρει αισίως στο 2028. Σε αυτό το πιλοτικό πρόγραμμα υπάρχει και ελληνική συμμετοχή, τόσο της εθνικής κεντρικής τράπεζας (δηλαδή της Τράπεζας της Ελλάδος) όσο και τριών εμπορικών τραπεζών, της Εθνικής, της Πειραιώς και της Συνεταιριστικής Τράπεζας Χανίων.

Το τελευταίο στάδιο είναι το λανσάρισμα του ψηφιακού ευρώ στους πολίτες και τις επιχειρήσεις το 2029 αλλά ίσως (λέμε, ίσως) στο μεταξύ η ζωή να έχει ξεπεράσει την ιδέα που περιγράφεται από πολλούς ως το μεγάλο όραμα της Κριστίν Λαγκάρντ, της νυν επικεφαλής της ΕΚΤ.
Στις δυο πλευρές του Ατλαντικού υπάρχει μια έντονη κινητικότητα γύρω από τα stablecoins, τα κρυπτονομίσματα που βασίζονται μεν στην τεχνολογία των κρυπτονομισμάτων και του blockchain αλλά δεν έχουν την ασταθή (ή τζογαδόρικη) συμπεριφορά του Bitcoin, του Ethereum και των άλλων ψηφιακών δημιουργημάτων. Με δεδομένο ότι είναι συνδεδεμένα με πραγματικά περιουσιακά στοιχεία, τα stablecoins είναι αυτό που λέει το όνομά τους – σταθερά. Αυτή η σταθερότητα τα καθιστά εξαιρετική λύση στη διακίνηση κεφαλαίων στον κόσμο των κρυπτονομισμάτων, γιατί λοπόν να μη χρησιμοποιούνται ως «κανονικά» χρήματα στις συναλλαγές; Μάλλον τέτοιες σκέψεις κάνουν και στις εμπορικές τράπεζες της Ευρώπης. Ετσι, 37 τράπεζες συμμετέχουν στο σχήμα Qivalis που σχεδιάζει να παρουσιάσει το δικό του stablecoin μέσα στη χρονιά που διανύουμε.
Η Société Générale και η Banking Circle έχουν ήδη παρουσιάσει δικές τους εκδοχές stablecoins με ρήτρα ευρώ. Πρόκειται δηλαδή για κρυπτονομίσματα που είναι συνδεδεμένα με το ευρώ. Στον ίδιο δρόμο βρίσκεται επίσης η Deutsche Bank που μέσω θυγατρικής της συμμετέχει στην κοινοπραξία AllUnity και άμα περάσουμε στις ΗΠΑ και αρχίσουμε να απαριθμούμε stablecoins δεν ξέρουμε για πόσο θα γράφουμε ακόμα.
Η ουσία είναι ότι στο τέλος οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα επιλέξουν. Συνηθισμένοι σήμερα σε λύσεις αμερικανικής προέλευσης, -είτε πρόκειται για τις MasterCard και Visa είτε για τις λύσεις πληρωμών των Apple και Google- οι συναλλασσόμενοι μπορεί να σνομπάρουν το ψηφιακό ευρώ. Ενδέχεται να στραφούν στα stablecoins θεωρώντας -ίσως- ότι με αυτό τον τρόπο αποκτούν εύκολη πρόσβαση στον κόσμο των κρυπτονομισμάτων. Μπορεί βέβαια να παραδεχθούν ότι το ψηφιακό ευρώ είναι η καλύτερη λύση στις συναλλαγές τους μετά τα χαρτονομίσματα και τα κέρματα του ευρώ. Σε τρία χρόνια θα ξέρουμε περισσότερα…

