Οι ανοικτές επιστολές πολλές φορές δηλώνουν μια άποψη. Άλλες φορές εκφράζουν την αίσθηση του επείγοντος. Η επιστολή 70 οικονομολόγων προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με θέμα την ανάγκη υποστήριξης του ψηφιακού ευρώ ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
«Αφήστε το δημόσιο συμφέρον να επικρατήσει» είναι ο τίτλος -και το κεντρικό μήνυμα- της παρέμβασης με την οποία οι οικονομολόγοι προσπαθούν να πείσουν τους ευρωβουλευτές να στοιχηθούν πίσω από την υπόθεση του ψηφιακού ευρώ.
Ένα ισχυρό δημόσιο ψηφιακό ευρώ, λένε οι υπογράφοντες, ευρώ «αποτελεί ουσιώδη διασφάλιση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, σταθερότητας και ανθεκτικότητας».
«Το ψηφιακό ευρώ δημιουργεί άμεσο δεσμό μεταξύ των Ευρωπαίων πολιτών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, επομένως, πρέπει να λειτουργεί τόσο online όσο και offline, να προστατεύει την ιδιωτικότητα εκ σχεδιασμού, και να είναι διαθέσιμο σε όλους τους κατοίκους της Ευρώπης – συμπεριλαμβανομένων εκείνων που δεν διαθέτουν λογαριασμούς σε εμπορικές τράπεζες. Εάν ένα μεγάλο μέρος των ευρωπαϊκών εταιρειών αποκλειστεί ή επιτραπεί να το αρνηθεί, ή εάν τα όρια κατοχής παραμείνουν τόσο χαμηλά που οι πολίτες δεν μπορούν να το χρησιμοποιήσουν ως σοβαρή αποθήκη αξίας, τότε το ψηφιακό ευρώ θα αποτύχει να αξιοποιήσει τις δυνατότητές του. Η Ευρώπη θα έχει δημιουργήσει ένα ψηφιακό νόμισμα – απλώς όχι ένα που έχει σημασία», προσθέτουν, έχοντας περιγράψει με κομψό τρόπο τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει το εγχείρημα.
Η ΕΚΤ προωθεί μετ’ επιτάσεως το ψηφιακό ευρώ και υπέρ του τάσσονται και κεντρικοί τραπεζίτες της ευρωζώνης, συμπεριλαμβανομένου του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Γιάννη Στουρνάρα. Βεβαίως οι τραπεζίτες σε αυτή την περίπτωση θέλουν τη βοήθεια των πολιτικών. Μεταξύ των 720 μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το σχέδιο του ψηφιακού ευρώ φαίνεται να υποστηρίζεται από τη φιλελεύθερη και την κεντροαριστερή πτέρυγα. Στο εσωτερικό του κεντροδεξιού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος φαίνεται να διατυπώνονται διαφορετικές απόψεις, ενώ οι υπερσυντηρητικοί του Ευρωκοινοβουλίου δεν κάνουν την έκπληξη και απορρίπτουν το εγχείρημα. Το επιχείρημά τους είναι ότι το ψηφιακό ευρώ θέτει κινδύνους για την ιδιωτικότητα και την καινοτομία. Παραδόξως, ίσως, δεν έχουν τις ίδιες ανησυχίες για την εξάρτηση της Ευρώπης από συστήματα πληρωμών τρίτων και από την κυριαρχία αμερικανικών εταιρειών στον συγκεκριμένο τομέα.
Εν κατακλείδι και αυτός είναι ο λόγος της παρέμβασης των 70 οικονομολόγων, χρειάζονται άλλοι 40 ευρωβουλευτές που θα νομοθετήσουν υπέρ του ψηφιακού ευρώ όταν έρθει η κρίσιμη ώρα. Η οποία κρίσιμη ώρα θα έρθει μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2026, σύμφωνα τουλάχιστον με όσα έχουν δημοσιοποιηθεί ως τώρα.
Ψηφιακό ευρώ όπως Mercosur;
Ακούγεται ίσως εύκολο με δεδομένο ότι και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. είναι υπέρ του εγχειρήματος. Όμως τίποτα δεν είναι δεδομένο, όπως έδειξε και η ξαφνική «αναποδιά» με την κύρωση της εμπορικής συμφωνίας Ε.Ε. – Mercosur. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να ζητήσει τη νομική γνωμοδότηση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου μεταθέτει για ως και 24 μήνες την κύρωση της συμφωνίας. Η περιπέτεια της συγκεκριμένης εμπορικής συμφωνίας μάλλον ανησυχία προκάλεσε στον γυάλινο πύργο της ΕΚΤ στη Φρανκφούρτη. Εάν το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εγκρίνει τη νομοθεσία για το ψηφιακό ευρώ μέσα στο 2026, το σχέδιο θα έχει ξεπεράσει ένα σημαντικό εμπόδιο. Η ΕΚΤ θα μπορεί να συνεχίσει με χρονικό ορίζοντα το λανσάρισμα του ψηφιακού ευρώ πριν τη λήξη της δεκαετίας που διανύουμε.
Εκτός της ΕΚΤ, όμως, με (συγκρατημένη) ανησυχία παρακολουθούν την υπόθεση οι εμπορικές τράπεζες, οι οποίες είναι αυτές που σήμερα έρχονται σε επαφή με τις επιχειρήσεις και τους πολίτες. Οι παραδοσιακές δυνάμεις του χρηματοπιστωτικού τομέα δεν έχουν πολλούς λόγους να επιθυμούν την αίσια ολοκλήρωση της προσπάθειας.
Τράπεζες προβληματισμένες
Το ψηφιακό ευρώ εξ ορισμού θα περικόψει τον διαμεσολαβητικό τους ρόλο. Οι πολίτες θα μπορούν να διατηρούν εκτός τραπεζικού συστήματος ένα χρηματικό ποσό -που μάλλον δεν θα είναι μεγαλύτερο των 3.000 ευρώ-, σαν να ήταν φυσικό χρήμα, μετρητά δηλαδή. Η βασική ανησυχία είναι ότι το ψηφιακό ευρώ θα επηρεάσει τον όγκο των τραπεζικών καταθέσεων. Η Ευρωπαϊκή Τραπεζική Ομοσπονδία (EBF) πιέζει για αυστηρά όρια, ώστε το ψηφιακό ευρώ να μην χρησιμοποιείται ως μέσο αποταμίευσης αλλά μόνο για συναλλαγές.
«Αν και το σχέδιο για το ψηφιακό ευρώ, όπως παρουσιάστηκε από την ΕΚΤ, μπορεί να παρουσιάζει μια σειρά από πλεονεκτήματα, έχουν προκύψει αρκετές ανησυχίες» λέει η PriceWaterhouseCoopers σε έκθεση που ετοίμασε για την EBF με θέμα το ψηφιακό ευρώ.
Σύμφωνα με την έκθεση και για το σύνολο των τραπεζών της ευρωζώνης, το συνολικό κόστος για την υιοθέτηση του ψηφιακού ευρώ της αλλαγής μπορεί να φτάσει τα 18 δισεκατομμύρια ευρώ. «Είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι, καθώς ο σχεδιασμός, οι προσδοκίες και οι τεχνολογικές απαιτήσεις βρίσκονται ακόμα σε εξέλιξη, η μελέτη δεν περιλαμβάνει τα έξοδα λειτουργίας, τα έξοδα για την επεξεργασία των αγορών και τα έξοδα που σχετίζονται με τη λειτουργία εκτός σύνδεσης και τους πολλαπλούς λογαριασμούς», αναφέρει η έκθεση που δείχνει με σαφήνεια πώς αντιμετωπίζουν οι τράπεζες το θέμα.
Την ανησυχία των εμπορικών τραπεζών εξέφρασε σαφώς και η Deutsche Bank σε ανάλυση όπου συνδέει το ψηφιακό ευρώ με τα σχέδια της Ε.Ε. για αύξηση των αμυντικών δαπανών.
«Σε μια εποχή που η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να κινητοποιήσει σημαντικά κεφάλαια για την άμυνα, τις υποδομές και τον ψηφιακό μετασχηματισμό, είναι απαραίτητο να διατηρηθεί η ικανότητα του τραπεζικού τομέα να χρηματοδοτεί αυτές τις προτεραιότητες. Ως εκ τούτου, το ψηφιακό ευρώ θα πρέπει να σχεδιαστεί κατά τρόπο που να αποφεύγεται η σημαντική εκροή καταθέσεων που ενδέχεται να αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης, να περιορίσει τη ροή κεφαλαίων προς την ευρωπαϊκή οικονομία, να θέσει τον ευρωπαϊκό τραπεζικό τομέα σε μειονεκτική θέση από άποψη ανταγωνισμού και να θέσει σε κίνδυνο τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, ιδίως σε περιόδους κρίσης», γράφει η γερμανική τράπεζα και -για να αποφεύγονται, ίσως, παρανοήσεις- προσθέτει ότι «ένα καλά σχεδιασμένο όριο [κεφαλαίων που μπορεί να διατηρεί κανείς σε ψηφιακό ευρώ] και ένα δίκαιο μοντέλο αποζημίωσης για τις τράπεζες και τους παρόχους υπηρεσιών πληρωμών είναι απαραίτητα για την αποφυγή αρνητικών συνεπειών».
Η Deutsche Bank εκτιμά ότι η στρατηγική της Ε.Ε. για τις λιανικές πληρωμές, που δημοσιεύθηκε το 2020, είναι πλέον παρωχημένη, καθώς στα χρόνια που μεσολάβησαν η ΕΚΤ ξεκίνησε να προωθεί την υπόθεση του ψηφιακού ευρώ, ενώ υπήρξαν και άλλες εξελίξεις στο νομισματικό πεδίο. Η τράπεζα υποστηρίζει ότι χρειάζεται μια ολιστική στρατηγική που θα περιλαμβάνει το ψηφιακό ευρώ, τα stablecoins και το καθιερωμένο οικοσύστημα του ιδιωτικού τομέα. Σε αντίθετη περίπτωση, οι μεμονωμένες πρωτοβουλίες κινδυνεύουν να υπονομεύσουν η μία την άλλη.
Ωστόσο ολιστική προσέγγιση δεν σημαίνει και ομοφωνία. Έτσι, τη στιγμή που η ΕΚΤ «κηρύττει» τα οφέλη του ψηφιακού ευρώ, οι εμπορικές τράπεζες κινούνται στην κατεύθυνση των stablecoins. Τον Οκτώβριο του 2025, έντεκα τράπεζες, οι BNP Paribas, CaixaBank, DanskeBank, Deka, DZ Bank, ING, KBC, Raiffeisen Bank, SEB, Sella, και UniCredit, δημιούργησαν την κοινοπραξία Qivalis, με σκοπό το λανσάρισμα ενός stablecoin με ρήτρα ευρώ εντός του τρέχοντος έτους.
Θα ακολουθήσουν και άλλοι; Μάλλον ναι και στον χορό λέγεται ότι θα μπουν και εκπρόσωποι της νέας τραπεζικής γενιάς.
Την εξέλιξη των stablecoins παρακολουθεί και η ΕΚΤ. Σε ανάλυση που δημοσιεύεται στον ιστότοπό της επισημαίνεται ότι κύριοι κίνδυνοι είναι η πιθανή «αποσύνδεση» από το συμβατικό νόμισμα με το οποίο έχουν συσχετιστεί και οι μαζικές ρευστοποιήσεις σε περιόδους κρίσης. Επιπλέον, η αυξανόμενη διασύνδεση με το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα ενδέχεται να προκαλέσει δευτερογενείς επιπτώσεις στις τράπεζες, όπως εκροές καταθέσεων. Η ΕΚΤ υπογραμμίζει την ανάγκη για αυστηρή ρύθμιση και εποπτεία, προκειμένου να περιοριστούν οι κίνδυνοι από τη μεταβλητότητα και τη μόλυνση των αγορών.
Τα stablecoins με ρήτρα ευρώ δεν είναι κάτι νέο, είναι όμως κάτι μικρό στον «ωκεανό» των stablecoins. Σύμφωνα με στοιχεία της Coinmarket, το μεγαλύτερο stablecoin με ρήτρα ευρώ είναι το EURC, του οποίου η κεφαλαιοποίηση φτάνει τα 355 εκατ. ευρώ, αλλά η απόσταση από τα stablecoin δολαρίου είναι χαώδης. Η κεφαλαιοποίηση του USDC είναι στα 76 δισ. δολάρια και του Tether στα 187 δισ., είναι εύκολα αντιληπτό ότι τα ευρωπαϊκά stablecoins έχουν δρόμο μπροστά τους για να γίνουν πιο «ορατά» στην παγκόσμια αγορά.
Προς συμβιβασμό (μάλλον)
Άρα οδηγούμαστε σε σύγκρουση μεταξύ ψηφιακού ευρώ και stablecoins; Με δεδομένο ότι η ιστορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης γράφεται με συμβιβασμούς, μάλλον οδηγούμαστε σε μια συγκατοίκηση. Μπορεί η πρόεδρος της ΕΚΤ Κριστίν Λαγκάρντ να έχει κατά καιρούς μιλήσει για τους κινδύνους της ιδιωτικοποίησης του χρήματος, αλλά μάλλον θα επικρατήσει η μέση οδός, όπου τα stablecoins των τραπεζών θα «συμβιώνουν» με το ψηφιακό ευρώ. Σε βάθος δεκαετίας, μπορεί οι καθημερινές μας αγορές να γίνονται με ψηφιακό ευρώ ή κάποιο stablecoin, όπως σήμερα γίνονται με ψηφιακές ή φυσικές κάρτες Visa και MasterCard χωρίς κανείς να δίνει ιδιαίτερη σημασία.
Την οποία μέση οδό περιέγραψε ο διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ιταλίας, Φάμπιο Πανέτα πριν από λίγες μόλις ημέρες σε εκδήλωση στο Μιλάνο. Σε ομιλία του στην ένωση των ιταλικών τραπεζών, ο Πανέτα εξέφρασε τη βεβαιότητά του ότι τα stablecoins θα εξελιχθούν, δεδομένης της υποστήριξης που απολαμβάνουν από την αμερικανική κυβέρνηση.
Η Ουάσιγκτον θεωρεί ότι τα ψηφιακά νομίσματα ενισχύουν τη θέση του δολαρίου και δεν δείχνει διάθεση να αναθεωρήσει τη στάση της. Όποιος έχει ακούσει τις αναφορές του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στα κρυπτοστοιχεία, θα συμφωνήσει.
Ο Πανέτα επισήμανε ότι οι πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις έδειξαν ότι μπορεί να είναι επικίνδυνο για την Ευρώπη να βασίζεται σε αμερικανικές εταιρείες όπως η Visa, η Mastercard και η PayPal για περισσότερα από τα δύο τρίτα των πληρωμών της. «Όταν συζήτησα αυτό το θέμα με τις τράπεζες μιας μεγάλης ευρωπαϊκής χώρας που αντιτάχθηκαν στο ψηφιακό ευρώ επειδή ανησυχούσαν ότι θα χάσουν το 30% των πληρωμών που διεκπεραιώνουν ψηφιακά, τους είπα: αντί να ανησυχείτε για το 30%, σκεφτείτε ποιος ελέγχει το 70% που έχετε ήδη χάσει», είπε, θέτοντας το θέμα μάλλον στις σωστές του βάσεις.

